
Αυξημένα ποσοστά ανίχνευσης καρκίνου του παχέος εντέρου μέσω ταχυδρομημένων τεστ
Μια εκτενής έρευνα που διεξήχθη σε κέντρα υγείας στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει δείξει ότι τα ταχυδρομημένα τεστ FIT-DNA προσφέρουν καλύτερα αποτελέσματα στην αύξηση των ποσοστών ανίχνευσης καρκίνου του παχέος εντέρου σε σχέση με τα παραδοσιακά τεστ FIT. Ωστόσο, λιγότεροι από 4 στους 10 ασθενείς που έχουν ανωμαλίες στις εξετάσεις ολοκληρώνουν την απαραίτητη κολονοσκόπηση για περαιτέρω διερεύνηση.
Δημοσίευση και ευρήματα της μελέτης
Η μελέτη αυτή δημοσιεύθηκε στο JAMA Internal Medicine και εστιάζει στη χρησιμότητα των τεστ DNA και στην εξέλιξη της ανίχνευσης του καρκίνου του παχέος εντέρου (CRC). Είναι γνωστό ότι ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι η δεύτερη κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, επηρεάζοντας περισσότερο άτομα από μειονεκτούσες κοινωνικές ομάδες. Παρά το γεγονός ότι η πρόωρη ανίχνευση μπορεί να περιορίσει την εξάπλωση της νόσου, οι διαδικασίες ανίχνευσης παραμένουν υποβαθμισμένες, ειδικά σε κοινότητες που προσφέρουν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας σε άτομα σε κίνδυνο.
Η διαφορά μεταξύ FIT και FIT-DNA
Το FIT είναι ένα ήδη καθιερωμένο και οικονομικά αποδοτικό τεστ για την ανίχνευση του καρκίνου του παχέος εντέρου. Παρ’ όλα αυτά, οι τελευταίες έρευνες υποδεικνύουν αυξητική τάση στη χρήση ταχυδρομημένων προσεγγίσεων με FIT. Αντίθετα, το FIT-DNA είναι ένα νεότερο τεστ που πραγματοποιείται κάθε τρία χρόνια και αποστέλλεται απευθείας στους ασθενείς μέσω προγράμματος υποστήριξης που οργανώνεται από τους παραγωγούς. Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο τεστ είναι η ανάγκη για κολονοσκόπηση, εφόσον τα αποτελέσματα είναι θετικά.
Στοιχεία της μελέτης
Στη μελέτη συμμετείχαν οκτώ κέντρα υγείας στη Μητροπολιτική περιοχή της Βοστώνης και στο Λος Άντζελες. Όλοι οι συμμετέχοντες, ηλικίας 45 έως 75 ετών, ήταν υποψήφιοι για ανίχνευση CRC και λάμβαναν πρωτοβάθμια φροντίδα από αυτά τα κέντρα. Κάθε συμμετέχων έλαβε είτε το ταχυδρομημένο FIT είτε το FIT-DNA στέλνοντας παράλληλα ενημερωτικά μηνύματα στους συμμετέχοντες. Οι συμμετέχοντες με ανώμαλα αποτελέσματα προσφέρθηκαν υποστήριξη για τη διευκόλυνση της κολονοσκόπησης.
Αποτελέσματα και συμπεράσματα
Εν τέλει, από 5127 συμμετέχοντες, το 48% ήταν στη ομάδα του FIT και το 52% στην ομάδα του FIT-DNA. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ότι η συμμετοχή σε ανίχνευση ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα του FIT-DNA, τόσο στους 90 όσο και στους 180 ημέρες. Παράλληλα, η διάρκεια αναμονής μέχρι τη συμμετοχή ήταν μικρότερη για την ομάδα του FIT-DNA. Ανάμεσα στους 1435 συμμετέχοντες που εξετάστηκαν, 100 παρουσίασαν ανωμαλίες, από τους οποίους μόλις 36 ολοκλήρωσαν την κολονοσκόπηση μέσα σε 180 ημέρες.
Συμπερασματικά, η πιστοποίηση της ταχυδρομημένης προσέγγισης με FIT-DNA στα κέντρα υγείας μπορεί να αυξήσει σημαντικά την συμμετοχή στην ανίχνευση του καρκίνου του παχέος εντέρου. Ωστόσο, το ποσοστό συμμετοχής στις κολονοσκοπήσεις ύστερα από ανώμαλα αποτελέσματα παραμένει σε ανησυχητικά επίπεδα.














