Σαν σήμερα 14 Ιανουαρίου: Ο θάνατος του Ιωάννη Τσιγάντε στην Πατησίων 86

Σαν σήμερα 14 Ιανουαρίου: Ο θάνατος του Ιωάννη Τσιγάντε στην Πατησίων 86

Στις 14 Ιανουαρίου 1943, ένα τηλεφώνημα στην κατεχόμενη Αθήνα καθόρισε τη μοίρα του Ιωάννη Τσιγάντε, του ανθρώπου που ηγήθηκε της μυστικής αντιστασιακής οργάνωσης «Μίδας 614». Μια γυναίκα καλεί τις ιταλικές αρχές και αποκαλύπτει τη διεύθυνση του κρησφύγετου στην οδό Πατησίων 86. Λίγες ώρες αργότερα, ο Τσιγάντες πέφτει νεκρός σε συμπλοκή με ιταλικό απόσπασμα, σε μια προδοσία που παρέμεινε μυστήριο.

Η συμπλοκή στην Πατησίων

Ήταν 11:30 το πρωί όταν οι ιταλικές υπηρεσίες έλαβαν το μοιραίο τηλεφώνημα. «Πηγαίνετε στην οδό Πατησίων 86», ακούγεται η φωνή μιας γυναίκας. Το παράδοξο είναι ότι ο χωροφύλακας που σήκωσε το τηλέφωνο ήταν Έλληνας και μάλιστα σύνδεσμος της αντίστασης. Ωστόσο, τέτοια τηλεφωνήματα έφταναν συχνά και εκείνος δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για τον Τσιγάντε. Αργότερα, δήλωσε ότι, παρά την αρχική του σκέψη να αποκρύψει την πληροφορία, η παρουσία ενός Ιταλού αξιωματικού δίπλα του τον ανάγκασε να μεταφέρει το μήνυμα.

Λίγη ώρα αργότερα, ένα ιταλικό απόσπασμα κυκλώνει την πολυκατοικία. Ο Τσιγάντες, διατηρώντας την ψυχραιμία του, αρχίζει να καίει έγγραφα με ονόματα συνεργατών του. Πριν οι Ιταλοί σπάσουν την πόρτα, προλαβαίνει να κάνει ένα τελευταίο τηλεφώνημα στη γιάφκα της οδού Κάνιγγος. Η φράση του προς τον συνεργάτη του, Γιώργο Τζαβέλλα, είναι σύντομη και ξεκάθαρη: «Κλείστε το μαγαζί και φύγετε», όπως περιγράφει ο ίδιος ο Τζαβέλλας σε ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού στην ΕΡΤ.

Η δραματική σύγκρουση

Εν τω μεταξύ, οι Ιταλοί έχουν ήδη κλείσει τις εξόδους. Όταν χτυπούν το κουδούνι, ο Τσιγάντες βγαίνει κρατώντας μια ψεύτικη ταυτότητα της Αστυνομίας Πόλεων με το όνομα «Αντωνιάδης». Όπως θυμάται ο συνεργάτης του, Βασίλης Ζακυνθινός, αρχικά τους πείθει. «Φτάνει μέχρι το τρίτο σκαλοπάτι», λέει ο Ζακυνθινός, όταν μια ξαφνική υποψία τους αναγκάζει να τον καλέσουν πίσω. Τότε ξεσπά η συμπλοκή.

Ακούγονται πυροβολισμοί και η κατάσταση γίνεται χαοτική. Ένας Ιταλός πέφτει νεκρός και δύο τραυματίζονται. Η σκηνή που ακολουθεί είναι δραματική: οι Ιταλοί ακινητοποιούν τον Τσιγάντε στον τοίχο, εκείνος παλεύει μέχρι τέλους να ελευθερώσει το χέρι που κρατά το πιστόλι και, σύμφωνα με τον Ζακυνθινό, «φαίνεται σαν τον Διγενή που παλεύει με τον Χάρο στα μαρμαρένια αλώνια». Λίγο αργότερα, ο Τσιγάντες πέφτει νεκρός στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Ζακυνθινού, ενώ είχε πυροβοληθεί δύο φορές στην κοιλιά και βρισκόταν ξαπλωμένος, του έδωσαν και μια χαριστική βολή.

Ποιος ήταν ο Ιωάννης Τσιγάντες

Ο Ιωάννης Τσιγάντες-Σβορώνος, βετεράνος της Μικρασιατικής Εκστρατείας, υπήρξε μια από τις πιο μυθιστορηματικές και αμφιλεγόμενες μορφές του ελληνικού στρατού. Η διαδρομή του σημαδεύτηκε από το φιλοβενιζελικό κίνημα του 1935, όταν καταδικάστηκε σε καθαίρεση και ισόβια κάθειρξη. Ο θρύλος λέει ότι την ώρα που του ξήλωναν τις επωμίδες, είπε σε έναν στρατιώτη που έκλαιγε: «Μην κλαις παιδί μου, μια μέρα θα μου τις κολλήσει πάλι η ιστορία».

Κατά την Κατοχή, διέφυγε στη Μέση Ανατολή και επέστρεψε κρυφά στην Ελλάδα το 1942 ως επικεφαλής της αποστολής «Μίδας 614», με αποστολή τη συλλογή πληροφοριών και τον συντονισμό επιχειρήσεων δολιοφθοράς σε συνεργασία με το Συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής.

Μαζί του έφερε 12.000 χρυσές λίρες, ένα ποσό που προοριζόταν για τις ανάγκες του δικτύου του. Μετά τον πόλεμο, το ποσό αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο υποψιών και τριβών, ενώ δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ τι απέγινε το σύνολο των χρημάτων. Στο πολιτικό και οργανωτικό πεδίο, η «Μίδας 614» κινήθηκε σε χώρο που δεν ταυτίστηκε με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, την πιο μαζική δύναμη της Αντίστασης.

Η προδοσία που δεν έκλεισε

Μετά τον θάνατό του, το ερώτημα «ποιος τον πρόδωσε;» παρέμεινε αναπάντητο. Για δεκαετίες, το βολικό αφήγημα έδειχνε τη Βελγίδα σύντροφό του, Μαλόου Μπερτράν, κάτι που δεν θα μπορούσε να ισχύει, καθώς η ίδια λίγες μέρες μετά τον θάνατό του αποδείχθηκε ότι δεν είχε καμία εμπλοκή.

Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΑΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Στοιχεία επικοινωνίας

Μέλος του emedia

© 2026 – ONCAMERA.gr