
Μοναδική πρωτεΐνη του ανοσοποιητικού ίσως εξηγεί τη σύνδεση νεφρικών και καρδιοαγγειακών παθήσεων
Μια αυξανόμενη σειρά ερευνών υποδεικνύει ότι η πρωτεΐνη suPAR δεν είναι απλώς δείκτης κινδύνου για ασθένειες, αλλά μπορεί να συμβάλλει ενεργά στη βλάβη των οργάνων. Αυτή η ανακάλυψη εγείρει νέα ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της ως κλινικός βιοδείκτης και θεραπευτικός στόχος.
Μηχανισμοί βλάβης σε πολλαπλά όργανα
Η uPAR και οι σχετικές πρωτεΐνες της προκαλούν βλάβες σε πολλαπλά όργανα. Η δυσλειτουργία της έμφυτης ανοσίας, που προκύπτει από διάφορους φυσιολογικούς παράγοντες όπως ο διαβήτης, η υπέρταση, οι ιογενείς και βακτηριακές λοιμώξεις ή το κάπνισμα, οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα suPAR και/ή παραγωγή της πρωτεΐνης D2D3. Μοντέλα δείχνουν τους μηχανισμούς μέσω των οποίων αυτές οι πρωτεΐνες προκαλούν βλάβη στους νεφρούς, στο πάγκρεας και στο καρδιοαγγειακό σύστημα.
Σημαντικές ανακαλύψεις στην έρευνα
Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Clinical Investigation εξετάζει το ρόλο της διαλυτής μορφής (suPAR) της uPAR και των σχετικών πρωτεϊνών στις παθήσεις του διαβήτη, της καρδιάς και των νεφρών. Οι δυσλειτουργικές ή υπερδραστήριες ανοσολογικές αντιδράσεις που οδηγούν σε χρόνια φλεγμονή είναι κεντρικά χαρακτηριστικά διαταραχών όπως ο καρκίνος, ο διαβήτης, η νεφρική νόσος και οι καρδιοαγγειακές παθήσεις. Παράγοντες όπως οι ιντερλευκίνες, οι χημειοκίνες και η ενεργοποίηση του φλεγμονώδους συμπλέγματος συμβάλλουν σε αυτές τις διαδικασίες.
Η uPAR είναι ένας πολυλειτουργικός, μεμβρανικός υποδοχέας που εκφράζεται σε ανοσολογικά και ενδοθηλιακά κύτταρα, ρυθμίζοντας την ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος, την προσκόλληση των κυττάρων και την αναδόμηση των ιστών. Υπόκειται σε διαδικασία αποκοπής και πρωτεολυτικής επεξεργασίας, παράγοντας κυκλοφορούντα πρωτεΐνες όπως η suPAR και τα θραύσματα D1 και D2D3.
Η σημασία της μέτρησης suPAR
Η suPAR, που προέρχεται κυρίως από ανώριμα μυελοειδή κύτταρα και ουδετερόφιλα κατά τη διάρκεια οξείας ανοσολογικής αντίδρασης, αποτελεί δείκτη της συστηματικής δραστηριότητας του ανοσοποιητικού συστήματος και όχι μόνο της βλάβης των νεφρών. Αυξημένα επίπεδα suPAR έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο νεφρικής νόσου και ταχύτερη επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Μια μελέτη ανέφερε ότι οι συμμετέχοντες με τα υψηλότερα επίπεδα suPAR παρουσίασαν ετήσια μείωση της εκτιμώμενης ταχύτητας σπειραματικής διήθησης (eGFR) κατά 4,2 mL/min/1.73 m².
Επιπλέον, οι γενετικές ενδείξεις υποστηρίζουν τη συμμετοχή της suPAR στη νεφρική νόσο. Μια μελέτη παγκόσμιας συσχέτισης γονιδιώματος εντόπισε μια παραλλαγή (rs4760) στο γονίδιο PLAUR που σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα κυκλοφορίας suPAR. Αν και οι μετρήσεις suPAR παραμένουν αμφιλεγόμενες στη νεφρολογία, καθώς η νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να συμβάλλει σε αυξημένα επίπεδα suPAR, η σημασία της ως δείκτης κινδύνου είναι αδιαμφισβήτητη.
Συνολικά, οι ανακαλύψεις σχετικά με την suPAR ανοίγουν νέες προοπτικές για την κατανόηση της σύνδεσης μεταξύ των νεφρικών και καρδιοαγγειακών παθήσεων, προσδιορίζοντας πιθανούς θεραπευτικούς στόχους και στρατηγικές παρέμβασης.














