
Η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε μελατονίνη σχετίζεται με χαμηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας και κατάθλιψης
Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Human Nutrition and Dietetics αποκαλύπτει ότι η μελατονίνη που προέρχεται από καθημερινές τροφές μπορεί να συνδέεται με διατροφικές συνήθειες που σχετίζονται με χαμηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας και κατάθλιψης. Ταυτόχρονα, δεν φαίνεται να υπάρχουν σαφείς σχέσεις με άλλες χρόνιες ασθένειες.
Η μελέτη και τα ευρήματά της
Η έρευνα, η οποία εξετάζει την περιεκτικότητα μελατονίνης σε 119 τρόφιμα, χρησιμοποίησε δεδομένα από μια μεγάλη ομάδα αποφοίτων πανεπιστημίων στη Βραζιλία. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η μελατονίνη, η οποία βρίσκεται σε τροφές ζωικής και φυτικής προέλευσης, έχει συνδεθεί με οφέλη για τον ύπνο, τη διάθεση και τη μεταβολική υγεία.
Αν και οι συγκεντρώσεις μελατονίνης σε τρόφιμα είναι χαμηλότερες σε σύγκριση με τα συμπληρώματα, οι διατροφές πλούσιες σε μελατονίνη μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της ουσίας στο αίμα σε φυσιολογικά επίπεδα. Η αύξηση της πρόσληψης μελατονίνης μέσω της διατροφής μπορεί να προσφέρει φυσιολογικές δόσεις που ευθυγραμμίζονται καλύτερα με τους ενδογενείς ρυθμούς του οργανισμού, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την υπερβολική φαρμακολογική έκθεση.
Σχέση με παχυσαρκία και κατάθλιψη
Με δεδομένο το βάρος που φέρουν οι παθήσεις όπως η παχυσαρκία και η κατάθλιψη, η διατροφική μελατονίνη έχει εξεταστεί ως πιθανός δείκτης διατροφικών προτύπων που σχετίζονται με αυτές τις καταστάσεις, αντί να θεωρείται απλώς θεραπευτική παρέμβαση. Προγενέστερες παρατηρήσεις και πειραματικές έρευνες υποδεικνύουν ότι η μελατονίνη μπορεί να έχει προστατευτική δράση κατά των φλεγμονωδών, μεταβολικών και νευροψυχολογικών επιπτώσεων.
Επιπλέον, παρατηρήσεις έχουν δείξει αντίστροφες σχέσεις με την εμφάνιση καρκίνου του ήπατος και τη συνολική θνησιμότητα. Ωστόσο, λίγες μελέτες έχουν εξετάσει άμεσα την πρόσληψη μελατονίνης μέσω της καθημερινής διατροφής ή τη σύνδεσή της με χρόνιες παθήσεις σε ενήλικες.
Μέθοδος και αποτελέσματα της έρευνας
Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν τις συγκεντρώσεις μελατονίνης στα τρόφιμα και τη σχέση τους με διάφορους υγειονομικούς δείκτες. Οι συμμετέχοντες προήλθαν από τη μελέτη Cohort of Universities of Minas Gerais (CUME+), μια ανοιχτή, προοπτική ομάδα που αξιολογεί την επίδραση των διατροφικών προτύπων και της διατροφικής μετάβασης σε μη μεταδοτικές ασθένειες.
Η αρχική ερωτηματολόγηση περιλάμβανε δύο μέρη: το πρώτο αξιολογούσε κοινωνικοδημογραφικά στοιχεία, κλινικό ιστορικό, τρόπο ζωής και σωματομετρικά χαρακτηριστικά. Το δεύτερο μέρος περιλάμβανε ερωτήσεις σχετικά με τη συχνότητα κατανάλωσης τροφών και διατροφικές συνήθειες.
Τα αποτελέσματα της μελέτης περιλάμβαναν την παχυσαρκία, την αποφρακτική άπνοια ύπνου, την υπέρταση, το μεταβολικό σύνδρομο, τον διαβήτη τύπου 2, τη διάρκεια ύπνου, τη δυσλιπιδαιμία και την κατάθλιψη.














