
Σοβαρές συνέπειες για επιζώντες από COVID-19 ARDS, αναφέρουν οι ερευνητές
Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Scientific Reports, οι επιζώντες από οξεία αναπνευστική δυσχέρεια (ARDS) λόγω COVID-19, τέσσερα χρόνια μετά την εισαγωγή τους σε μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ), συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρές αναπηρίες και υψηλή θνησιμότητα. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι πολλοί από αυτούς τους ασθενείς υποφέρουν από κόπωση, αϋπνία, μείωση της λειτουργικότητας και κακή ποιότητα ζωής.
Η κατάσταση των επιζώντων και τα ευρήματα της μελέτης
Η μελέτη εστιάζει σε μια μεγάλη ομάδα επιζώντων από COVID-19 που υπήρξαν σε κρίσιμη κατάσταση. Κατά τη διάρκεια των κορυφαίων κυμάτων της πανδημίας, περίπου το 15% των ασθενών παρουσίασε αναπνευστική ανεπάρκεια, απαιτώντας προηγμένη αναπνευστική υποστήριξη, όπως επεμβατική ή μη επεμβατική αερισμό. Παρά τις προόδους στη διαχείριση της οξείας κατάστασης, η θνησιμότητα στις ΜΕΘ παρέμεινε υψηλή.
Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι πολλές μελέτες παρακολούθησης μετά την COVID-19 έχουν αναφέρει επίμονα συμπτώματα όπως κόπωση, δύσπνοια και γνωστικές διαταραχές στους επιζώντες. Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν αυτά τα προβλήματα επιδεινώνονται, σταθεροποιούνται ή βελτιώνονται με την πάροδο του χρόνου. Ιδιαίτερα, τα δεδομένα από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη είναι περιορισμένα, καθώς η πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη και η ικανότητα αποκατάστασης διαφέρουν από αυτές της Δυτικής Ευρώπης.
Διαδικασία και ευρήματα της έρευνας
Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι ερευνητές αξιολόγησαν τη θνησιμότητα και την ποιότητα ζωής τεσσάρων ετών σε ασθενείς με COVID-19 ARDS που νοσηλεύτηκαν σε ΜΕΘ στην Πολωνία. Οι συμμετέχοντες ήταν ενήλικες που εισήχθησαν σε προσωρινό νοσοκομείο από τον Δεκέμβριο 2020 έως τον Ιούλιο 2021 με σοβαρή λοίμωξη από SARS-CoV-2 και ARDS που απαιτούσε επεμβατικό μηχανικό αερισμό.
Η μελέτη περιλάμβανε διάφορες κλινικές παραμέτρους, όπως δημογραφικά στοιχεία, υποκείμενα νοσήματα, ζωτικά σημεία, αναπνευστικές παραμέτρους και εργαστηριακούς δείκτες. Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη θνησιμότητα και την ποιότητα ζωής 30 ημέρες και τέσσερα χρόνια μετά την εισαγωγή στην ΜΕΘ. Οι συμμετέχοντες επικοινωνήθηκαν για τηλεφωνική συνέντευξη και η κατάσταση της υγείας τους ελέγχθηκε μέσω ηλεκτρονικών ή διοικητικών αρχείων.
Συμπεράσματα και προοπτικές
Τα κύρια αποτελέσματα της μελέτης περιλάμβαναν τη συνολική θνησιμότητα 30 ημέρες και τέσσερα χρόνια μετά την εισαγωγή στην ΜΕΘ. Δευτερεύοντα αποτελέσματα περιλάμβαναν οικονομικό βάρος, διαταραχές ύπνου, γνωστικές δυσκολίες, χρόνο επιστροφής στην εργασία και έμμεσες δαπάνες. Η κλίμακα λειτουργικής κατάστασης μετά την COVID-19 (PCFS) χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση της συνολικής λειτουργικής κατάστασης, ενώ άλλες κλίμακες μέτρησαν τη δύσπνοια και την κόπωση.
Η αξιολόγηση της ποιότητας ζωής έγινε με το εργαλείο EuroQol-5 Dimension (EQ-5D-5L) και την οπτική αναλογία EuroQol (EQ-VAS). Η αϋπνία εξετάστηκε μέσω ερωτήσεων που αφορούσαν τις διαταραχές ύπνου. Αυτή η μελέτη προσφέρει πολύτιμα δεδομένα για την κατανόηση των μακροχρόνιων επιπτώσεων της COVID-19 στους επιζώντες και αναδεικνύει την ανάγκη για συνεχιζόμενη υποστήριξη και αποκατάσταση.














