
Σαν σήμερα 13 Φεβρουαρίου: Η επιστολή του Σεφέρη για τη γλώσσα
Στις 13 Φεβρουαρίου 1937, ο Γιώργος Σεφέρης, τότε νέος ποιητής και διπλωμάτης, στέλνει μια σημαντική επιστολή που αγγίζει ένα από τα πιο καυτά ζητήματα της νεότερης Ελλάδας: τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στην παιδεία, τη λογοτεχνία και τη δημόσια ζωή. Το γράμμα του, με τίτλο «περί της δημοτικής γλώσσας», δημοσιεύεται στα «Νέα Γράμματα» και δεν είναι απλώς μια θεωρητική προσέγγιση. Αντιθέτως, είναι η φωνή ενός ανθρώπου που ζητάει «να μη θυσιαστεί η γενιά μας σε γλωσσικές διαμάχες, όπως οι μεγαλύτεροί μας» και επιθυμεί να καθοριστούν κοινοί, λειτουργικοί κανόνες.
Το σκηνικό της εποχής
Ο Σεφέρης βρίσκεται στο ελληνικό προξενείο της Κορυτσάς, μακριά από την Αθήνα, όταν στέλνει την επιστολή του. Τα «Νέα Γράμματα» έχουν ήδη καθιερωθεί ως ένα σημαντικό βήμα της «γενιάς του ’30», η οποία αναζητά μια σύγχρονη έκφραση της ελληνικότητας με μια γλώσσα ζωντανή και ανοιχτή στον κόσμο. Έτσι, η παρέμβασή του αποκτά συλλογικό χαρακτήρα, αποφεύγοντας την απομόνωση.
Η γλωσσική σύγκρουση
Στη δεκαετία του ’30, η Ελλάδα βιώνει μια διπλή πραγματικότητα: η καθαρεύουσα λειτουργεί ως ο επίσημος γραπτός λόγος, ενώ η δημοτική είναι η γλώσσα της καθημερινότητας και της λογοτεχνικής πρωτοπορίας. Η σύγκρουση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στη φιλολογία, αλλά επηρεάζει την εκπαίδευση, τη διοίκηση και την κοινωνική ιεραρχία, καθώς και το πώς ορίζεται η «μορφωμένη» ή «εθνικά ορθή» ταυτότητα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Σεφέρης αποφεύγει τον φανατισμό και θέτει το πρακτικό ερώτημα: πώς μπορεί να υπάρξει δημιουργία όταν επικρατούν χαοτικές ορθογραφίες και αντιφατικές συμβάσεις;
Τα αιτήματα του Σεφέρη
Απαντώντας σε προηγούμενη παρέμβαση του Άγγελου Τερζάκη, ο Σεφέρης μιλά ως άνθρωπος της γραφής και θέτει δύο βασικά αιτήματα: πρώτον, να περιοριστεί η «αναρχία» στην ορθογραφία με μια σοβαρή συμφωνία σε βασικούς κανόνες. Δεύτερον, να υπάρξει μέριμνα για τη δημιουργία και καθιέρωση νέων ελληνικών λέξεων, ώστε να ονομάσουν σύγχρονες έννοιες χωρίς να καταφεύγουμε σε πρόχειρα δάνεια ή σε ένα άχρωμο «ελληνομορφο εσπεράντο». Όπως συνοψίζει ο ίδιος, το διακύβευμα δεν είναι αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική, αλλά αν θα γράφουμε ελληνικά ή κάτι που να μοιάζει με ελληνικά.
Η κληρονομιά της επιστολής
Λίγα χρόνια αργότερα, η ανάγκη για κοινό έδαφος οδηγεί στη θεσμική εργασία για τη «Νεοελληνική Γραμματική (της δημοτικής)» υπό τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, η οποία εκδίδεται το 1941 και γίνεται σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, το γλωσσικό ζήτημα δεν κλείνει τότε, και θα χρειαστούν δεκαετίες μέχρι την καθιέρωση της δημοτικής ως γλώσσας του κράτους το 1976. Η επιστολή του Σεφέρη του 1937 παραμένει ένα καθαρό στιγμιότυπο: ένας μεγάλος λογοτέχνης ζητά λιγότερη έριδα και περισσότερη δουλειά πάνω στη γλώσσα.














